Χριστουγενιάτικη μοναξιά...
Η πρώτη ερώτηση που κάνω συνήθως στους ασθενείς είναι «Τί σε έφερε εδώ;». Παίρνω συνήθως έτσι το πρώτο ερέθισμα για να συνεχίσω με πιο συγκεκριμένο τρόπο τη συζήτηση. Ο Άντερς μου απάντησε αφοπλιστικά. «Δεν είχα που αλλού να πάω γιατρέ. Τα παιδιά μου είναι στο εξωτερικό εδώ και χρόνια. Ο μεγάλος μου γιός μου κάνει το δεύτερό του διδακτορικό στο Λονδίνο, ενώ ο άλλος δουλεύει εδώ και πολλά χρόνια στο Βερολίνο. Η γυναίκα μου έχει πεθάνει εδώ και τριανταέξι χρόνια. Είμαι μόνος μου. Το σπίτι με πλάκωνε σήμερα. Βγήκα για μία βόλτα και απελπίστηκα. Εγώ βλέπεις ήμουν συνηθισμένος μιά ζωή να έχω γύρω μου ανθρώπους. Την οικογένειά μου, τους μαθητές μου, τους φίλους μου... Τώρα πια δεν μου έχει μείνει κανείς, ούτε κάν ένας φίλος.» Αυθόρμητα –και κάπως απερίσκεπτα- ήμουν έτοιμος να ρωτήσω γιατί δεν του έχει μείνει κανείς φίλος... Απάντησε από μόνος του. «Ναι, έχουνε πεθάνει όλοι γιατρέ... Είμαι ο επόμενος, το ξέρω, αλλά δεν με παρηγορεί αυτή η σκέψη. Απόψε πονάει πολύ... εδώ ακριβώς.» Μου έδειξε το στήθος του, με μιά κίνηση που φανέρωσε το πόσο πολύ έτρεμε το χέρι του. «Ιδιοπαθής τρόμος ή μήπως νόσος του Πάρκινσον;» σκέφτηκα. Κούνησα το κεφάλι μου και του είπα: «Νοιώθεις συχνά αυτόν τον πόνο Άντερς; Πώς νοιώθεις γενικά καθημερινά;». Σκέφτηκε για λίγα δευτερόλεπτα. «Δεν έχω παράπονο γιατρέ. Καλά είμαι. Μαγειρεύω, καθαρίζω λίγο το σπίτι, πάω βόλτες... Μερικές φορές γράφω κιόλας... Ιστοριούλες για παιδάκια. Είναι το χόμπυ μου.» Χαμογέλασα και μου ανταπέδωσε με ένα ανυπόμονο ύφος. «Να σου διαβάσω μία ιστορία να δεις;». Είχε μαζί του μία δερμάτινη τσάντα, και έκανε να βγάλει από μέσα κάποια χαρτιά. «Όχι τώρα Άντερς. Τώρα ας μιλήσουμε για σένα...».
Συνέχισα τη συζήτηση με σκοπό να εκμαιεύσω συμπτώματα που θα οδηγούσαν σε διάγνωση. Διαταραχές ύπνου; Ανορεξία; Απώλεια βάρους ή υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ ίσως; Προβλήματα μνήμης; Αποπροσανατολισμός; Δεν υπήρχαν τίποτα απ’ αυτά... Και όσο θετικό κι αν είναι αυτό το γεγονός, όταν συμβαίνει ο ψυχίατρος νοιώθει αφοπλισμένος. Η θεραπεία προϋποθέτει πάθηση... Κι εδώ φαινόταν πλέον ξεκάθαρα ότι κάτι τέτοιο δεν υπήρχε. Είχα μπροστά μου έναν υγιέστατο ογδονταδυάχρονο που τον βασάνιζε η δυσκολότερα αντιμετωπίσιμη κατάσταση με την οποία έρχεται σε επαφή ο γιατρός: η μοναξιά.
«Τί μπορώ να κάνω απόψε για να σε βοηθήσω να νοιώσεις καλύτερα Άντερς;». Τον ρώτησα ευθέως. «Έχεις κάνει ήδη γιατρέ. Μίλησα με κάποιον άνθρωπο που είχε τη διάθεση να μ’ ακούσει. Έδειξες ενδιαφέρον. Το μόνο που θα μπορούσα να ζητήσω αν έβρισκα το θάρρος, θα ήταν το να με αφήσεις να περάσω το βράδυ εδώ και να πάω αύριο σπίτι. Δεν νοιώθω ότι μπορώ να επιστρέψω μόνος τέτοια ώρα...». Ήμουνα σε πολύ δύσκολη θέση καθώς ενώ είχα την δυνατότητα να κάνω εισαγωγή ασθενείς για 1-2 μέρες για παρακολούθηση, στην περίπτωση αυτή δεν υπήρχε ούτε μία ένδειξη για κάτι τέτοιο... Το σκέφτηκα για λίγα δευτερόλεπτα. Υπήρχαν τέσσερα ελεύθερα κρεβάτια και η ώρα ήταν ήδη σχεδόν μεσάνυκτα. Αποφάσισα να κάνω ένα ... εκούσιο ιατρικό λάθος και να προσφέρω στον τόσο συμπαθητικό άνδρα αυτό που επιθυμούσε. Έλαμψε το πρόσωπό του. Θα περνούσε την παραμονή χριστουγέννων με κάποιους ανθρώπους. Έστω και σε ψυχιατρική κλινική, παρέα με δύο αλκοολικούς που ήρθαν μετά από καυγά με την αστυνομία, μία δεκαενιάχρονη που έκανε απόπειρα αυτοκτονίας και μία άλλη, τριαντάχρονη που ουρλιάζει ότι παλεύει με τον διάβολο και ότι θέλει επιτέλους να πεθάνει.
Γύρω στη μία και μισή πέρασα από το καθιστικό της κλινικής. Ο Άντερς καθόταν εκεί, παρέα με μιά νοσοκόμα και έβλεπε μία ταινία. Παιδικές φωνές και χριστουγενιάτικα τραγούδια ακουγόντουσαν από την τηλεόραση. Έπινε τσάϊ και χαμογελούσε... «Γιατρέ! Μήπως θες τώρα να διαβάσεις μία από τις ιστορίες μου;». Γέλασα και πήρα κι εγώ ένα φλιτζάνι τσάι. «Γιατί όχι; Εδώ θα κολλήσουμε;».






