Ecce Homo

Κυριακή, Δεκέμβριος 14, 2008

Χριστουγενιάτικη μοναξιά...

Ούτε ο ίδιος ήμουνα στην καλύτερη ψυχολογική κατάσταση εκείνο το βράδυ. Παραμονή Χριστουγέννων κι εγώ δούλευα. Εφημερία στα επείγοντα της ψυχιατρικής κλινικής, ενώ έξω όλος ο υπόλοιπος κόσμος γιόρταζε χαρούμενος, φαινομενικά ή και πραγματικά. Μου περνούσε απ’ το μυαλό συνεχώς ότι αυτή τη στιγμή όλοι εκτός νοσοκομείου είναι παρασυρμένοι από το συλλογικό αίσθημα ότι πρέπει να είναι ευτυχισμένοι λόγω χριστουγέννων. Ανταλλάξτε δώρα, τραγουδήστε, πιείτε και πάνω απ’ όλα χαμογελάστε... είναι Χριστούγεννα. Διασκεδάστε, είπα! Απ’ την άλλη, μέσα στη ψυχιατρική κλινική τα πράγματα κυλούσαν όπως κάθε μέρα, με εξαίρεση το στολισμένο χριστουγενιάτικο δεντράκι στη γωνιά του γραφείου μου και τη νοσοκόμα που θεωρούσε καθήκον της να υπενθυμίζει σε όλους ότι είναι γιορτή τραγουδώντας ύμνους της Λουσίας. Κατά τα άλλα, δύο ασθενείς ήταν ήδη στην αίθουσα αναμονής ενώ άλλοι τέσσερις είχαν ήδη γίνει εισαγωγή και βρίσκονταν στα κρεβάτια τους, ήρεμοι ή κοιμισμένοι... «Ίσως στο κάτω κάτω αυτή η κατάσταση να είναι και πιο ειλικρινής» σκέφτηκα και αποφάσισα να προχωρήσω με τον επόμενο ασθενή.
Έριξα μια γρήγορη ματιά στο ιστορικό του άνδρα που θα συναντούσα σε λίγα λεπτά. Δεν ξαναείχε ποτέ επαφή με την ψυχιατρική. Το μόνο που «κοσμούσε» το ιστορικό του ήταν μια εγχείρηση για καρκίνο του προστάτη πριν από δύο χρόνια. Ογδονταδύο χρονών, συνταξιούχος καθηγητής με δύο παιδιά. Τί να οδήγησε άραγε τον άνθρωπο αυτό, ένα τέτοιο βράδυ στα επείγοντα της ψυχιατρικής; Περπάτησα μέχρι την αίθουσα αναμονής και φώναξα το όνομά του. «Άντερς;». Με κόπο, κρατώντας ένα όμορφο μπαστούνι, σηκώθηκε ένας περιποιημένος κύριος. Καλοντυμένος, κτενισμένος και φρεσκοξυρισμένος. Είχε άσπρο δέρμα με ελαφρά κόκκινα μάγουλα και κάτασπρα μαλιά. Στο ίδιο χρώμα και τα χοντρά του φρύδια που σχεδόν σκέπαζαν δύο ευγενικά μάτια. Μου χαμογέλασε και μου έσφιξε το χέρι ενώ του συστηνόμουν. «Δουλεύεις τέτοια μέρα γιατρέ, ε;» μου είπε και συνέχισε να χαμογελά. «Τί τραβάτε κι εσείς εδώ...». Κατευθυνθήκαμε μαζί προς το γραφείο μου.

Η πρώτη ερώτηση που κάνω συνήθως στους ασθενείς είναι «Τί σε έφερε εδώ;». Παίρνω συνήθως έτσι το πρώτο ερέθισμα για να συνεχίσω με πιο συγκεκριμένο τρόπο τη συζήτηση. Ο Άντερς μου απάντησε αφοπλιστικά. «Δεν είχα που αλλού να πάω γιατρέ. Τα παιδιά μου είναι στο εξωτερικό εδώ και χρόνια. Ο μεγάλος μου γιός μου κάνει το δεύτερό του διδακτορικό στο Λονδίνο, ενώ ο άλλος δουλεύει εδώ και πολλά χρόνια στο Βερολίνο. Η γυναίκα μου έχει πεθάνει εδώ και τριανταέξι χρόνια. Είμαι μόνος μου. Το σπίτι με πλάκωνε σήμερα. Βγήκα για μία βόλτα και απελπίστηκα. Εγώ βλέπεις ήμουν συνηθισμένος μιά ζωή να έχω γύρω μου ανθρώπους. Την οικογένειά μου, τους μαθητές μου, τους φίλους μου... Τώρα πια δεν μου έχει μείνει κανείς, ούτε κάν ένας φίλος.» Αυθόρμητα –και κάπως απερίσκεπτα- ήμουν έτοιμος να ρωτήσω γιατί δεν του έχει μείνει κανείς φίλος... Απάντησε από μόνος του. «Ναι, έχουνε πεθάνει όλοι γιατρέ... Είμαι ο επόμενος, το ξέρω, αλλά δεν με παρηγορεί αυτή η σκέψη. Απόψε πονάει πολύ... εδώ ακριβώς.» Μου έδειξε το στήθος του, με μιά κίνηση που φανέρωσε το πόσο πολύ έτρεμε το χέρι του. «Ιδιοπαθής τρόμος ή μήπως νόσος του Πάρκινσον;» σκέφτηκα. Κούνησα το κεφάλι μου και του είπα: «Νοιώθεις συχνά αυτόν τον πόνο Άντερς; Πώς νοιώθεις γενικά καθημερινά;». Σκέφτηκε για λίγα δευτερόλεπτα. «Δεν έχω παράπονο γιατρέ. Καλά είμαι. Μαγειρεύω, καθαρίζω λίγο το σπίτι, πάω βόλτες... Μερικές φορές γράφω κιόλας... Ιστοριούλες για παιδάκια. Είναι το χόμπυ μου.» Χαμογέλασα και μου ανταπέδωσε με ένα ανυπόμονο ύφος. «Να σου διαβάσω μία ιστορία να δεις;». Είχε μαζί του μία δερμάτινη τσάντα, και έκανε να βγάλει από μέσα κάποια χαρτιά. «Όχι τώρα Άντερς. Τώρα ας μιλήσουμε για σένα...».

Συνέχισα τη συζήτηση με σκοπό να εκμαιεύσω συμπτώματα που θα οδηγούσαν σε διάγνωση. Διαταραχές ύπνου; Ανορεξία; Απώλεια βάρους ή υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ ίσως; Προβλήματα μνήμης; Αποπροσανατολισμός; Δεν υπήρχαν τίποτα απ’ αυτά... Και όσο θετικό κι αν είναι αυτό το γεγονός, όταν συμβαίνει ο ψυχίατρος νοιώθει αφοπλισμένος. Η θεραπεία προϋποθέτει πάθηση... Κι εδώ φαινόταν πλέον ξεκάθαρα ότι κάτι τέτοιο δεν υπήρχε. Είχα μπροστά μου έναν υγιέστατο ογδονταδυάχρονο που τον βασάνιζε η δυσκολότερα αντιμετωπίσιμη κατάσταση με την οποία έρχεται σε επαφή ο γιατρός: η μοναξιά.

«Τί μπορώ να κάνω απόψε για να σε βοηθήσω να νοιώσεις καλύτερα Άντερς;». Τον ρώτησα ευθέως. «Έχεις κάνει ήδη γιατρέ. Μίλησα με κάποιον άνθρωπο που είχε τη διάθεση να μ’ ακούσει. Έδειξες ενδιαφέρον. Το μόνο που θα μπορούσα να ζητήσω αν έβρισκα το θάρρος, θα ήταν το να με αφήσεις να περάσω το βράδυ εδώ και να πάω αύριο σπίτι. Δεν νοιώθω ότι μπορώ να επιστρέψω μόνος τέτοια ώρα...». Ήμουνα σε πολύ δύσκολη θέση καθώς ενώ είχα την δυνατότητα να κάνω εισαγωγή ασθενείς για 1-2 μέρες για παρακολούθηση, στην περίπτωση αυτή δεν υπήρχε ούτε μία ένδειξη για κάτι τέτοιο... Το σκέφτηκα για λίγα δευτερόλεπτα. Υπήρχαν τέσσερα ελεύθερα κρεβάτια και η ώρα ήταν ήδη σχεδόν μεσάνυκτα. Αποφάσισα να κάνω ένα ... εκούσιο ιατρικό λάθος και να προσφέρω στον τόσο συμπαθητικό άνδρα αυτό που επιθυμούσε. Έλαμψε το πρόσωπό του. Θα περνούσε την παραμονή χριστουγέννων με κάποιους ανθρώπους. Έστω και σε ψυχιατρική κλινική, παρέα με δύο αλκοολικούς που ήρθαν μετά από καυγά με την αστυνομία, μία δεκαενιάχρονη που έκανε απόπειρα αυτοκτονίας και μία άλλη, τριαντάχρονη που ουρλιάζει ότι παλεύει με τον διάβολο και ότι θέλει επιτέλους να πεθάνει.

Γύρω στη μία και μισή πέρασα από το καθιστικό της κλινικής. Ο Άντερς καθόταν εκεί, παρέα με μιά νοσοκόμα και έβλεπε μία ταινία. Παιδικές φωνές και χριστουγενιάτικα τραγούδια ακουγόντουσαν από την τηλεόραση. Έπινε τσάϊ και χαμογελούσε... «Γιατρέ! Μήπως θες τώρα να διαβάσεις μία από τις ιστορίες μου;». Γέλασα και πήρα κι εγώ ένα φλιτζάνι τσάι. «Γιατί όχι; Εδώ θα κολλήσουμε;».

Παρασκευή, Ιούνιος 20, 2008

Μεθοριακή διαταραχή προσωπικότητας ... Η θυελλώδης ζωή μιάς ταλαιπωρημένης ψυχής

Η ηλικιωμένη νοσοκόμα της κλινικής, μια συμπαθητική γεματούλα ισλανδέζα με κόκκινα μάγουλα και ξανθά μαλιά , με ανεπαρκώς συγκαλυμένη δυσαρέσκεια μπηκε διστακτικά στο γραφείο μου. «Γιατρέ,η Λίντα Άντερσον είναι πάλι εδώ... Κατανάλωσε δεκαέξι υπνωτικά χάπια και χαρακώθηκε στα χέρια.» Συνοφρύωσε τα φρύδια της και άφησε να της ξεφύγει ένα αδέξιο χαμόγελο. «Να την φέρω μέσα;» με ρώτησε σχεδόν με τύψεις, λες και μου φόρτωνε ένα βάρος που κανείς δεν ήθελε να επωμιστεί. Ρίχνοντας μια ματιά στο ιστορικό της ασθενούς κατάλαβα γιατί... Της χαμογέλασα και της έγνεψα καταφατικά.

Η τριανταδυάχρονη Λίντα ήταν για τέταρτη φορά μέσα στον τελευταίο μήνα παρούσα στο τμήμα επειγόντων της ψυχιατρικής κλινικής. Αυτή τη φορά ήταν και πάλι σε κρίση αφού έμαθε ότι η μητέρα ενός συμμαθητή του γιού της πέθανε από καρκίνο στο μαστό. Δεν την είχε συναντήσει ποτέ στη ζωή της αλλά ωστόσο το σοκ και η προκαλούμενη συναισθηματική της αντίδραση όταν το άκουσε ήταν τόσο έντονα που δεν άντεξε. Ήπιε τα χάπια και αμέσως μετά με ένα μαχαίρι της κουζίνας χάραξε έξι μεγάλες πληγές στο αριστερό της χέρι. Παράλληλες μεταξύ τους και... επιμελώς τοποθετημένες περιφερικά του χεριού. Δεν ήθελε να αυτοκτονήσει αλλά με αυτόν το τρόπο συνήθιζε να «κυριεύει» το άγχος. Ο σωματικός πόνος από τις χαρακιές, της αποσπούσαν τον εσωτερικό, ψυχικό πόνο. Την βοηθούσε να συγκεντρωθεί σ’ αυτόν και να ξεφύγει για λίγο από το χάος που επικρατούσε στο κεφάλι της. Χάος που αντικατοπτριζόταν σ’ όλη της την ύπαρξη, στη ζωή της ολόκληρη.

Κάθισε απέναντί μου και με δραματικότατο τρόπο τράβηξε τα μαλιά της προς τα πίσω εκπνέοντας ένα βαθύ αναστεναγμό. «Δεν αντέχω άλλο...». Με κοίταζε κατευθείαν στα μάτια και άρχισε να μου μιλάει άλλοτε με μαλακή φωνή, άλλοτε ψιθυρίζοντας και κλαίγοντας και άλλοτε σχεδόν αγριεμένα. Το βλέμμα της όμως παρέμενε κενό, ενώ το συναίσθημα ήταν αποστασιοποιημένο. Λες και περιέγραφε τη ζωή κάποιου άλλου ή κάποια ταινία... Μου μίλησε για τις πρόσφατες ερωτικές της σχέσεις. Τουλάχιστο τρεις μέσα σε ένα χρόνο ενώ οι δύο τουλάχιστο απ’ αυτές αλληλοκαλύπτονταν για μία περίοδο. Θυελλώδεις όλες τους –όπως και όλες τις οι προηγούμενες σχέσεις- κατέληγαν κατά κανόνα με αυτήν μέσα στο νοσοκομείο με απόπειρα αυτοκτονίας. Οι δεσμοί της με την οικογένεια της ακόμη πιο ατυχείς. Ο πατέρας της βρισκόταν εδώ και χρόνια στη φυλακή, αφού καταδικάστηκε για σεξουαλική κακοποίηση τόσο αυτής όσο και της μικρότερής της αδελφής, ενώ η μητέρα της έπασχε από διπολική διαταραχή και περνούσε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της σε εσωτερικά τμήματα της ψυχιατρικής κλινικής. Φίλες δεν είχε παρα μόνο κάποιες γνωστές από τη δουλειά που δεν συναντούσε ποτέ εκτός του χώρου εργασίας... Δούλευε στο ταχυδρομείο του αεροδρομίου, αλλά είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που πήρε αναρρωτική άδεια λόγω της ψυχικής της κατάστασης. Εξάλλου δεν της άρεσε αυτή η δουλειά. Πάντα ψαχνότανε να κάνει κάτι άλλο, αλλά ποτέ δεν αποφάσιζε τί...

Στην πραγματικότητα η Λίντα υπέφερε από μία πολύ σοβαρή διαταραχή που ονομάζεται «μεθοριακή διαταραχή της προσωπικότητας». Μία από τις πιο δύσκολα αντιμετωπίσιμες καταστάσεις με τις οποίες έρχεται σε επαφή ο ψυχίατρος, η οποία μέχρι πριν λίγα χρόνια θεωρείτο ότι βρισκόταν στο όριο μεταξύ νεύρωσης και ψύχωσης. Συχνότερη με μεγάλη διαφορά στις γυναίκες παρά στους άνδρες η διαταραχή αυτή κατά κανόνα σχεδόν οδηγεί σε πλήρη αποδιοργάνωση της ζωής του ασθενούς και σε συχνότατη επαφή με τον ψυχίατρο. Χαρακτηριστικές εκδηλώσεις της είναι ότι οι ασθενείς βρίσκονται συνεχώς σε «κρίση» ενώ αναπτύσουν υπέρμετρη, υπερβολική συναισθηματική αντίδραση ως προς ένα χωρισμό ή εγκατάλειψη οποιουδήποτε τύπου, ακόμη και φαντασιωτικού. Μέσα από το συναισθηματικό αυτό χάος που τους περικλείει αναπτύσουν αυτοκαταστροφικές πράξεις, αυτοτραυματισμούς, απειλές για αυτοκτονία ή ακόμη και αυτοακρωτηριασμούς. Εξοργίζονται εύκολα και χωρίς σοβαρό λόγο, ενώ πολύ συχνά προσπαθούν να διεκδικήσουν ότι θέλουν με «χειριστικό» τρόπο. Είναι γενικά πολύ παρορμητικοί και συχνότατα καταλήγουν σε χαοτική σεξουαλική ζωή, κατάχρηση ουσιών, κρίσεις υπερφαγίας μέχρι και επικίνδυνη οδήγηση. Πίσω απ’ όλα αυτά βέβαια υπάρχει ένα συνεχές βασανιστικό αίσθημα γενικευμένου άγχους που συμβάλει με τη σειρά του στην αποδιοργάνωση που προκαλεί η διαταραχή.

Καταλήξαμε στο ότι η Λίντα θα έμενε στην κλινική εκείνο το βράδυ. Μέχρι να ηρεμίσει, να σταθεροποιηθεί ψυχολογικά και να επιστρέψει σπίτι στο παιδί της την επόμενη μέρα. Το πρόσωπό της μαλάκωσε και ένοιωσε ήδη πιο ήρεμη με αυτή την κατάληξη. Έφυγε από το γραφείο μου ενώ εγώ την παρακολουθούσα συνειδητοποιόντας πόσο άνετα ένοιωθε στον χώρο αυτό του νοσοκομείου. Ίσως πιο άνετα ακόμη και από το ίδιό της το σπίτι... Ένοιωσα ένα απότομο σφίξιμο στο στομάχι ενώ συνειδητοποιούσα ταυτόχρονα την ανεπάρκεια της ιατρικής να αντιμετωπίσει ακόμη και σήμερα, μετά από όλη αυτή την επαναστατική της εξέλιξη, ριζικά και εντελώς αποτελεσματικά κάποιους συγκεκριμένους ασθενείς...

Τετάρτη, Νοέμβριος 14, 2007

Το τσιπάκι στον εγκέφαλο ... και η "γέννηση" της σχιζοφρένειας.

O Πιέρ ήτανε πάντοτε ο γιός πρότυπο, μέσα σε μία δυσλειτουργική οικογένεια. Ο πατέρας είχε εγκαταλείψει τη γυναίκα του πριν από οκτώ χρόνια και έφυγε για την Αμερική, ενώ η ίδια ήτανε πλήρως αφοσιωμένη στην ενασχόλησή της με τη γιόγκα και άλλες «πνευματικές» αναζητήσεις. Φορούσε μαντήλι στο κεφάλι, μιλούσε με ύφος «Μαχάτμα Γκάντι» και γύριζε από σπίτι σε σπίτι καταγράφοντας... ενέργειες και δονήσεις. Λάτρευε τον μοναδικό της γιό αλλά του το έδειχνε με ιδιαίτερο τρόπο. Όπως ιδιαίτερη άλλωστε ήταν και πάντοτε η συμπεριφορά της. Χαιρότανε με τα αριστεία του δεκαεπτάχρονου Πιερ στο σχολείο και αυτός πάντοτε περήφανα την ενημέρωνε για τα σχόλια που έπαιρνε από τους καθηγητές του αλλά και για τα κομπλιμέντα που δεχότανε συχνά από τις συμμαθήτριές του.

Πριν από τρείς περίπου μήνες, προς το τέλος δηλαδή της σχολικής χρονιάς, κάτι άρχισε να αλλάζει για τον Πιερ. Κάτι αδιευκρίνιστα περίεργο άρχισε να διεισδύει στον κόσμο του. Αισθανόταν ότι όλα αυτά που τον περιτριγύριζαν καθημερινά άρχισαν να αλλάζουν... Δεν μπορούσε να το περιγράψει ακριβώς και φυσικά δεν μιλούσε σε κανέναν για αυτό. Δεν είχε πλέον όρεξη να διαβάσει, άρχισε να κάνει αδικαιολόγητα απουσίες από το σχολείο, ενώ επίσης άρχισε να υποψιάζεται ότι οι συμμαθητές του τον έβλεπαν κάπως περίεργα... Πρωτόγνωρα συναισθήματα τον περιτριγύριζαν αφού έβλεπε όλο του τον μικρόκοσμο να μεταβάλλεται με γοργούς ρυθμούς. Τρόμαξε. Ήταν κι αυτός ο καθηγητής των μαθηματικών, ο Κος Άντερσον, που τον κοροίδευε πίσω από την πλάτη του. Ακόμη και η μαμά του δεν τον έβλεπε πλέον όπως παλιά. Θυμός ήταν αυτός που έβλεπε στα μάτια της; Ειρωνία; Δεν μπορούσε να το εξηγήσει.

Οι μέρες περνούσαν και οι τελικές εξετάσεις πλησίαζαν. Διάθεση όμως για διάβασμα δεν υπήρχε από την πλευρά του. Ήταν πολύ σημαντικότερο για αυτόν να ξεκαθαρίσει τί ήταν αυτό που άλλαζε μέρα με τη μέρα στη ζωή του, στο πώς βίωνε πλέον την ίδια του την ύπαρξη. «Τί είναι η πραγματικότητα τελικά; Ζούμε σε ένα όνειρο και μια ψευδαίσθηση συνείδησης; Και αν δεν είναι έτσι γιατί όλα αυτά μου μοιάζουνε τόσο εξωπραγματικά; Τόσο ονειρικά;» Μέσα σ’ όλη αυτή τη κατάσταση δεν έβλεπε πλέον νόημα ούτε στο να περιποιείται τον εαυτό του. Άρχισε να αποφεύγει το μπάνιο ενώ δεν άλλαζε ρούχα πια ποτέ… Μέχρι που ένα μεσημέρι, ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, μόνος -όπως πάντα πλέον- με τις σκέψεις του άκουσε ένα άνδρα να του φωνάζει: «Ηλίθιε! Είσαι ένα μηδενικό!». Γύρισε τρομοκρατημένος να δει ποιος του μιλούσε τόσο υποτιμητικά και με τόσο άγριο ύφος. Ανατρίχιασε όταν δεν είδε κανένα. Ανέβασε την ένταση της μουσικής και μπήκε κάτω από το σκέπασμα του κρεβατιού του. Πίσω από τη πόρτα, από τον κάτω όροφο του σπιτιού άκουσε αμυδρά τη φωνή της μητέρας του να ουρλιάζει. Η μουσική ήταν τόσο δυνατή που θα ξυπνούσε τους γείτονες. Προσπάθησε να κοιμηθει. Πέρασε δύο ώρες προσπαθώντας να σκεφτεί λογικά ποιός ήταν αυτός ο άντρας που του μίλησε. Ή ίσως «τί» ήταν… Αποκοιμήθηκε.

Ξύπνησε ιδρωμένος και τρομαγμένος. «Τί μου συμβαίνει;». Αποφάσισε ότι πρέπει να πάει σχολείο. Να ξαναμπεί στη ρουτίνα του, να γίνει ο παλιός του εαυτός. Κατέβηκε στη κουζίνα, ντυμένος απεριποίητα κρατώντας έναν ακατάστατο σωρό βιβλίων… Η μητέρα του καθόταν στο τραπέζι ανήσυχη. «Καλημέρα. Ανησυχώ για σένα. Γιατί δεν κάνεις ένα μπάνιο πριν πας στο μάθημά σου;». Δεν απάντησε ενώ και πάλι ενοχλητικές σκέψεις διεισδυσανε στο μυαλό του. «Γιατί ρωτάει τόσο πολύ; Τι θέλει από μένα; Και γιατί με βλέπει τόσο περίεργα;». Ήταν σχεδόν σίγουρος ότι σε μια στιγμή που γύρισε το βλέμμα του η μητέρα του κοίταξε προς το ταβάνι και χαμογέλασε πονηρά. «Τί τρέχει επιτέλους;». Προχθες είχε μιλήσει για δύο λεπτά με τον κολλητό του στο τηλέφωνο. Όταν κλείσανε σκεφτότανε για μισή ώρα ότι η φωνή του φίλου του ήταν πολύ περίεργη. Του έκανε κι αυτός πολλές ερωτήσεις… Και κάποια στιγμή γέλασε περίεργα. «Τι τρέχει με όλους επιτέλους;». Βγήκε από την πόρτα βιαστικά, χωρίς να πει λέξη… Αποφάσισε να περπατήσει προς το σχολείο. Ο καθαρός αέρας ίσως να του έκανε καλό. Ίσως να του έφευγε κι ο πονοκέφαλος που έχει απο χθες το βράδυ…

«Ε εσύ ηλίθιε! Ανθρωπάκι! Άχρηστε! Είσαι γελοίος!». Γονάτισε κάτω και έκλεισε τα αυτιά του. Κάποιοι από τους περαστικούς χαμογέλασαν ειρωνικά, ενώ δύο άνδρες τον ρώτησαν με ενδιαφέρον αν χρειάζεται βοήθεια. Άρχισε να τρέχει ενώ κρύος ιδρώτας έτρεχε από το μέτωπό του. Τα πόδια του έτρεμαν. Δεν είχε ξαναφοβηθεί ποτέ τόσο στη ζωή του. Δεν ήταν σίγουρος αλλά μπορούσε σχεδόν να υποψιαστεί ότι η φωνή αυτή που άκουγε για δεύτερη φορά ήταν του κύριου Άντερσον! «Μα είναι δυνατόν; Τί συμβαίνει επιτέλους;». Κάθισε στη στάση ενός λεοφωρείου σε ένα ήρεμο δρόμο. Κοίταξε την διαφήμηση μιας πασίγνωστης εταιρίας ηλεκτρονικών υπολογιστών και κρατούσε κλειστά τα αυτιά του. Έτρεμε. Και ξαφνικά το πρόσωπο του έλαμψε. Πως δεν το είχε σκεφτεί μέχρι τώρα; Όλα έδεναν και αποκτούσαν νόημα. Το περίεργο ύφος του Κου Άντερσον, ο πονοκέφαλός του, η φωνή, το πονηρό γέλιο της μητέρας του, το ονειρικό συναίσθημα που βίωνε τους τελευταίους μήνες… Μα φυσικά! Ήταν στο κέντρο ενός παγκοσμίου πειράματος. Με κάποιο τρόπο κάποιοι του είχαν εμφυτεύσει ένα τσιπάκι τελευταίας μυστικής τεχνολογίας στον εγκέφαλο και του εξέπεμπαν σήματα μέσω ενός δορυφόρου απ’ το διάστημα. Όλοι ήταν μέσα στο σχέδιο. Αλήθεια πόσο άραγε να τους πλήρωσαν; «Πρέπει να κρυφτώ. Δεν γίνεται να πάω στο σχολείο. Δεν γίνεται να μείνω εκτεθειμένος!». Αγόρασε μία ομπρέλα από το πρώτο κατάστημα που βρήκε. «Αυτό ίσως με προστατεύσει από τα σήματα του δορυφόρου» σκέφτηκε και άρχισε να σκαρφαλώνει το μισογκρεμισμένο τοίχο ενός έγκατατελειμένου εργοστασίου.

Από μία άποψη ένοιωθε λίγο πιο ήρεμος αφού επιτέλους είχε καταλάβει «τί τρέχει». Αυτό που δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει βέβαια εκείνη τη στιγμή ήταν ότι το οδυνηρό του ταξίδι με τη σχιζοφρένεια είχε μόλις πρόσφατα ξεκινήσει…

Τρίτη, Αύγουστος 14, 2007

Το κίτρινο χαρτί στο δέντρο...


Πριν από 14 χρόνια, οι γονείς της Ομίντ, αποφάσισαν να ψάξουν τη τύχη τους στη Σουηδία. Η κατάσταση στο Ιράν ήταν αποκαρδιωτική και το μόνο που ήθελαν τότε ήταν να προσφέρουν μία καλύτερη ευκαιρία στους εαυτούς τους και κυρίως μιά ανάσα ελπίδας για την τετράχρονη τότε κορούλα τους. Φτωχοί μετανάστες, αντιμετώπισαν μιά κατάσταση που μπορεί να ήταν καλύτερη απ’ τη «κόλαση» της μέχρι τότε ζωής τους τους αλλά σίγουρα δεν ήταν η ιδανική. Η Ομίντ απ’ την πλευρά της φαινόταν να ζει ξέγνοιαστα παιδικά χρόνια, σε ένα σχολείο όπου η πλειοψηφία των συμμαθητών της ήταν ξανθοί, με πιο ανοικτόχρομο δέρμα και πιο χαρούμενο βλέμμα. Δεν είχε άλλα αδέλφια, ενώ οι πραγματικοί της φίλοι ήταν μετρημένοι. Κάθισε απέναντί μου, και αφού με κοίταξε για κάποια δευτερόλεπτα στα μάτια, άρχισε να κλαίει. Έκανε απεγνωσμένες προσπάθειες να καταπιεί το κλάμα της, αλλά αυτή τη φορά δεν τα κατάφερνε. Την άφησα να κλάψει μέχρι να ηρεμήσει...

Το προηγούμενο βράδυ είχε προσπαθήσει να αυτοκτονήσει. Την φέρανε στο γραφείο μου, όπως συνηθίζεται, κατευθείαν απ’ την παθολογική κλινική για ψυχιατρική εκτίμηση. Οι ερωτήσεις μου προς τους ασθενείς σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι συνήθως προβλεπόμενες. «Πώς; Γιατί; Το μετάνοιωσες; Θα ξαναπροσπαθήσεις;». Οι απαντήσεις είναι επίσης προβλεπόμενες. «Χάπια. Δεν αντέχω άλλο να ζω έτσι. Ναι. Όχι αν με βοηθήσετε να νοιώσω καλύτερα.». Οι απόπειρες αυτοκτονίας, βλέπετε, συνήθως δεν είναι τίποτα άλλο από μία τελευταία απεγνωσμένη κραυγή για βοήθεια σε μία μαύρη περίοδο απελπισίας. Λίγοι είναι αυτοί που θέλουν πραγματικά να πεθάνουν και ακόμη λιγότεροι αυτοί που το επιτυγχάνουν.

Μετά από μία δύωρη συζήτηση με την Ομίντ είχα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η πανέξυπνη αυτή κοπελίτσα που καθότανε απέναντί μου χρειαζόταν επειγόντως βοήθεια. Ήταν μια άριστη μαθήτρια που πάντα εκπλήρωνε τους στόχους της, αλλά εδώ και ένα χρόνο είχε παρατήσει το σχολείο. Είχε βυθιστεί στο σκοτεινό πηγάδι της κατάθλιψης και η μόνη διέξοδος που μπορούσε να διακρίνει ήταν ο θάνατος. «Γιατί προσπάθησες να αυτοκτονήσεις;» την ρώτησα ευθέως. «Κανένας δεν φείδεται έναν καλό λόγο για να αυτοκτονήσει. Cezar Pavese. Ιταλός ποιητής. Τον γνωρίζεις γιατρέ;». «Όχι, Ομίντ. Για να σου πω την αλήθεια δεν τον γνωρίζω. Σκέφτηκε όμως ο κύριος αυτός ποτέ ότι η αυτοκτονία είναι μία μόνιμη λύση σε ένα παροδικό πρόβλημα;». Χαμογέλασε για πρώτη φορά. «Η ζωή από μόνη της είναι ένα παροδικό πρόβλημα γιατρέ...». Συνέχισε με σοβαρό ύφος: «Η αυτοκτονία είναι στοιχειώδες ανθρώπινο δικαίωμα. Για κάποιους μπορεί να μην είναι ηθική, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι εσύ ή οποιοσδήποτε άλλος έχει το δικαίωμα να παρέμβει.». Ήταν πάρα πολύ έξυπνη, με πολύ συγκροτημένη σκέψη. Και όμορφη επίσης, με μακρυά μαλιά και μεγάλα μαύρα μάτια... Μου θύμισε κάτι που είχα διαβάσει πολύ παλιά, του Αλμπερ Καμύ, ότι αν υπάρχει ένα πραγματικά σοβαρό φιλοσοφικό ζήτημα αυτό είναι η αυτοκτονία...

Δεν είχα την πολυτέλεια του χρόνου να συνεχίσω τη συζήτηση σε αυτό το επίπεδο. Όχι εκείνη τη στιγμή τουλάχιστο. Της πρότεινα να μείνει το βράδυ στην κλινική για να αρχίσουμε μια θεραπεία με αντικαταθλιπτικά, να πάρει ψυχολογική στήριξη, να ξανασυζητήσουμε και όταν νοιώσει καλύτερα να πάει σπίτι, συνεχίζοντας τη θεραπεία από εκεί. Με ευχάριστη έκπληξη την άκουσα να αποδέχεται όλες μου τις προτάσεις χωρίς ένσταση. «Να ένα καλό σημάδι» σκέφτηκα. Με τη συνοδεία μίας νοσοκόμας πήγε να ξαπλώσει, ενώ εγώ άρχισα να ετοιμάζω τα απαραίτητα χαρτιά για την εισαγωγή της στο νοσοκομείο. Έπρεπε να βιαστώ, γιατί μετά από τόση ώρα συζητησης οι ασθενείς στην αίθουσα αναμονής είχαν αυξηθεί επικίνδυνα. Αποφάσισα ότι χρειαζόμουνα επειγόντως ένα καφέ πριν συνεχίσω...

Τέσσερα λεπτά μετά τις οκτώ ένας νοσοκόμος όρμηξε μέσα στο γραφείο. «Γιατρέ! Μία απ’ τις ασθενείς δεν αναπνέει. Τρέξε!». Τρόμαξα, αλλά απ’ την άλλη δεν είναι ασυνήθιστο στη κλινική ασθενείς να παρουσιάζουν κρίσεις άσθματος ή επιληψίας και να χρειάζονται πρώτες βοηθειες. Παρακαλούσα να πρόκειται για κάτι τέτοιο, αν και το τρομοκρατημένο ύφος του νοσοκόμου προμήνυε κάτι χειρότερο. Τον ακολούθησα τρέχοντας μέχρι το δωμάτιο της Ομίντ. Δεν είχε σφυγμό, ενώ δεν υπήρχε ούτε ίχνος λειτουργίας της καρδιάς ή της αναπνοής. Άρχισα κατευθείαν καρδιοαναπνευστική ανάνηψη ενώ το κινητό της τηλέφωνο κτυπούσε ασταμάτητα στο κομοδίνο του κρεβατιού. Σε λίγα λεπτά ιατρικό προσωπικό από την παθολογική κλινική ανέλαβε τις προσπάθειες ανάνηψης με μηχάνημα ενώ την μεταφέρανε προς τα επείγοντα περιστατικά. Περίμενα σοκαρισμένος στο γραφείο μου μέχρι που το τηλέφωνο κτύπησε και με ειδοποιήσαν ότι δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτα. Είχε χαθεί. Οι γονείς της, οι φτωχοί μετανάστες απ’ το Ιράν, είχαν ήδη ενημερωθεί...

Έφυγα απ’ τη δουλειά αναστατωμένος. Σκέφτηκα να περπατήσω μέχρι το σπίτι αν και η βροχή ήταν πλέον δυνατή. Δεν είχα ομπρέλα αλλά δεν με ένοιαζε... Στο δρόμο πρόσωπα αλληλοδιαδέχονταν το ένα το άλλο, όπως και και τα ανθρώπινα συναισθήματα. Ήταν όπως πάντα όλοι εκεί. Ο ξέγνοιαστος ηλικιωμένος που πιθανότατα έκανε άσκοπες βόλτες, ο φοιτητής που έτρεχε να προλάβει κάτι αγχωμένος, ένας άστεγος με ένα μπουκάλι ουϊσκι που σερνόταν και μία κοπέλα φορτωμένη με ψώνια που ... πάλευε να τα μεταφέρει σπίτι. Και τότε το είδα. Ένα κίτρινο χαρτάκι, άγαρμπα στερεωμένο στον κορμό ενός δέντρου. Στη μέση του πεζοδρομίου, στην καρδιά μιας πόλης που εκείνη την ώρα έσφιζε από ζωή. Με μουτζουρωμένα απ’ την βροχή γράμματα έλεγε, ψιθυριστά ή και φωνακτά, σε όποιον το έβλεπε: «Όλα θα πάνε καλά!». Ποιά ψυχούλα το κρέμασε εκεί; Και πόσοι άραγε απ’ τους περαστικούς το εκτίμησαν; Μια εικόνα μου ήρθε στο μυαλό. Η δεκαοκτάχρονη κοπελίτσα που με πικρό χαμόγελο μου είχε πει λίγες ώρες πριν ότι «Ομίντ» στη μητρική της γλώσσα σημαίνει ελπίδα...

Σάββατο, Ιούλιος 07, 2007

Kαλά ταξίδια, Κε Χάξλεϊ...

Επέστρεφα από τη δουλειά όπως κάθε απόγευμα με το λεωφορείο ενώ έξω ο καιρός ήταν σκοτεινός και υγρός. Ωστόσο, ασυνήθιστα ζεστός για τη Σουηδία. Γενάρης και ακόμη το έδαφος δεν έχει καλυφθεί με χιόνι. Αν είναι δυνατόν. Τι να τρέχει άραγε με τις καιρικές συνθήκες; Οι Σουηδοί αναρωτιούνται πλέον καθημερινά... Να περιμένουμε το λιώσιμο των πάγων και τη συντέλεια του κόσμου; Δεν μπαίνω σ' αυτό το παιγνίδι της καταστροφολογίας ακόμη. Αντιστέκομαι. Γυρνάω κλεφτά το βλέμμα μου προς το βιβλίο που κρατάει η κοπελίτσα δίπλα μου. Χαμογελάω... Είναι δεν είναι δεκαεπτά χρονών. Ή τουλάχιστο τόσο φαίνεται. Αθλητικά παπούτσια, σκισμένο τζιν και ένα πολύ χοντρό φουλάρι συμπληρώνουν την ανέμελα ατημέλητη εμφάνισή της. Έχει τα μαλλιά της πιασμένα κότσο και φοράει χοντρά γυαλιά μυωπίας. Πραγματικά βυθισμένη στο γραπτό λόγο του Άλντους Χάξλεϊ, ακούει μουσική. Βάζω στοίχημα με τον εαυτό μου ότι ακούει Doors, οι οποίοι άλλωστε πήραν το όνομά τους απ' αυτό το συγκεκριμένο, τόσο αμφιλεγόμενο βιβλίο. The Doors of perception, ή αν προτιμάτε "Οι πύλες της συνείδησης". Ένα ταξίδι στον κόσμο του εγκεφάλου υπό την επήρεια ψυχοδραστικών ουσιών, γραμμένο το 1954. Ω ναι, καλά διαβάσατε... γραμμένο πριν από 53 ολόκληρα χρόνια.

Αναρωτιέμαι τι να οδήγησε τη νεαρή αυτή κοπέλα στο να αναζητήσει και να διαβάσει ένα τόσο δυσεύρετο, αλλά και άγνωστο βιβλίο. Η περιέργειά της άραγε για τις ψυχοδραστικές ουσίες; Ο Χάξλεϊ, άλλωστε, ήταν από τους πρώτους που εξερεύνησαν την επίδρασή τους στην ανθρώπινη συνείδηση. Χρησιμοποιώντας, μάλιστα, τον ίδιό του τον εαυτό ως αντικείμενο μελέτης, πειραματίστηκε με τη χρήση μεσκαλίνης και κατέγραψε τις εμπειρίες του. Επηρεασμένος σαφώς από φυλές Ινδιάνων που χρησιμοποιούσαν την ουσία αυτή κατά τις θρησκευτικές τους τελετές, εξέφρασε τη θεωρία ότι αυτό το "ναρκωτικό" -που εξάγεται από τον κάκτο Πεγιοτ- προκαλεί στον εγκέφαλο την κατάργηση κάποιων (κοσμικών) φίλτρων. Ορίστε; Πώς είπατε, κύριε Χάξλεϊ;

Σε μία περίοδο προφανώς ιδιαίτερης δημιουργικότητας, ο Άλντους Χάξλεϊ πρότεινε ένα πραγματικά επαναστατικό, αλλά και αιρετικό, μοντέλο επεξήγησης του ανθρώπινου εγκέφαλου. Υποστήριξε ότι η λειτουργία του οργάνου αυτού συνίσταται στο να "φιλτράρει" αχρείαστα ή περιττά κοσμικά δεδομένα, έτσι ώστε αυτά να μην φτάνουν στο συνειδητό μυαλό. Περιορίζοντας, δηλαδή, τα δεδομένα που μας απασχολούν, σε αυτά που είναι άκρως απαραίτητα για τη λειτουργία μας, ή αλλιώς προφυλάσσοντάς το από... υπερφόρτωση. Κατέληξε, μάλιστα, ότι οι ψυχοδραστικές ουσίες, όπως η μεσκαλίνη, καταργούν αυτά τα φίλτρα αφήνοντας πρακτικά διόδους -πύλες- στον εγκέφαλό μας που δέχονται περισσότερα (ή ανώτερα) κοσμικά δεδομένα. Έγραψε μάλιστα ένα ολόκληρο βιβλίο στο οποίο περιγράφει τη θεώρηση που απέκτησε για τον κόσμο υπό το πρίσμα ενός εγκεφάλου "χωρίς φίλτρα". Βλέποντας -όπως ο ίδιος το θέτει- τα πράγματα στην πραγματικά αληθινή τους διάσταση, τη μαγευτικά απλή. Στέκει μια τέτοια θεωρία με τα σημερινά ιατρικά δεδομένα; Όχι βέβαια. Μειώνει αυτό όμως, έστω και στο ελάχιστο, τη σημασία και τη βαρύτητα της ιδέας αυτής; Μην ακούω γελοιότητες...

Ήμουν σε μεγάλο πειρασμό να μιλήσω σ' αυτή την κοπελίτσα. Να την ρωτήσω τι κατάλαβε απ' τα λόγια του Χάξλεϊ. Τι κέρδισε απ' αυτό το ταξίδι στον επηρεασμένο από τη μεσκαλίνη εγκέφαλό του. Μπόρεσε άραγε να συνειδητοποιήσει ότι τις πύλες αυτές μπορούμε να τις ανοίξουμε και χωρίς τέτοιες ουσίες; Ότι αυτό είναι το επόμενο βήμα του είδους μας στο ταξίδι της εξέλιξης; Αν προλάβουμε, βέβαια, πριν λιώσουν οι πάγοι. Να δούμε την ύπαρξή μας στην αληθινή της διάσταση... τη μαγευτικά απλή. Όχι βέβαια με τη βοήθεια της μεσκαλίνης, αλλά με τη χρήση της παρατήρησης. Της προσεκτικής παρατήρησης του εαυτού μας και του κόσμου μας. Έστω κι αν αυτά τελικά ταυτίζονται. Δεν άρχισα ποτέ αυτή τη συζήτηση...
Άφησα απλώς τα μάτια μου να ξεκλέψουν λίγες προτάσεις απ' το βιβλίο: "Ο άνθρωπος που επιστρέφει από την Πόρτα στον Τοίχο δεν θα είναι ποτέ ο ίδιος με τον άνθρωπο που πέρασε. Θα είναι πιο σοφός αλλά λιγότερο σίγουρος, πιο ευτυχισμένος αλλά λιγότερο ικανοποιημένος, πιο ταπεινός στην αναγνώριση της άγνοιάς του αλλά καλύτερα εξοπλισμένος ως προς το να καταλάβει τη σχέση των λέξεων με τα πράγματα, της συστηματικής λογικής στο αιώνιο μυστήριο που προσπαθεί, πάντα μάταια, να κατανοήσει".Είχα φτάσει ήδη στη στάση που θα κατέβαινα. Περπάτησα προς το σπίτι με ένα χαμόγελο ενώ δεν μπορούσα να σταματήσω να σκέφτομαι... "Γι' αυτό δεν πρόκειται να αγοράσω ποτέ αυτοκίνητο!".

Τρίτη, Μάϊος 15, 2007

Τα τέσσερα στάδια του πένθους...

Ήταν μια περίεργη μέρα στο τμήμα επειγόντων της ψυχιατρικής κλινικής. Κατ’ αρχή όλο το προσωπικό και οι ασθενείς μιλούσαν ελληνικά. Ιδιαίτερα ασυνήθιστο αν σκεφτείς ότι η κλινική είναι στη Σουηδία. Επίσης από την ώρα που πήγα στη δουλειά ακουγόταν μία συνεχής μουσική. Πολύ χαμηλής έντασης αλλά εύκολα διακριτή. Τα τραγούδια εναλλάσονται. Τη μία στιγμή ξεχωρίζω το ταξιδιάρικο “My wild love” των Doors και την άλλη παλιές μελωδίες νέου κύματος. Δεν δίνω όμως καμία απολύτως σημασία, παρ’ όλο που για κάποιον λόγο συγκινούμαι. Δεν αντιδρώ ακόμη κι όταν συνειδητοποιώ ότι είμαι ο μόνος στην κλινική που μιλάω σουηδικά. Με καταλαβαίνουνε όμως όλοι, οπότε ούτε κι αυτό με απασχολεί. Τρώω μία σοκολάτα βιαστικά, παρατηρώ για λίγο έξω από το παράθυρο μία ομάδα ηλικιωμένων που ετοιμάζονται να πάνε εκδρομή και αποφασίζω να καλέσω τον πρώτο ασθενή να περάσει μέσα. Γυρίζοντας το βλέμα μου προς τα μπρος με ήπια έκπληξη αντιλαμβάνομαι ότι αυτός κάθεται ήδη απέναντί μου.

«Καλημέρα γιατρέ!» μου λέει και χαμογελά. Ίσως να είναι η ιδέα μου, αλλά είναι μήπως έτοιμος να ξεσπάσει σε γέλια; Παρατηρώ προσεκτικά το νεαρό. Είναι γύρω στα είκοσι, με χοντρά γυαλιά μυωπίας με μαύρο σκελετό και μαλιά ατημέλητα, σε υπερβολικό ίσως βαθμό. Φοράει κοντομάνικο καρώ πουκάμισο, σχετικά φαρδύ τζιν και αθλητικά παπούτσια. Προσπαθώ να του μιλήσω, να τον ρωτήσω τ’ όνομά του, να τον υποδεχθώ ευγενικά και ζεστά αλλά δεν μπορώ να μιλήσω. Οι λέξεις απλώς δεν βγαίνουν απ’ το στόμα μου. Τί συμβαίνει σήμερα, θεέ μου; Λαμβάνει αυτός από μόνος του τον λόγο, ενώ το ύφος του αλλάζει ξαφνικά και είναι έτοιμος να κλάψει. «Δεν είμαι τρελλός γιατρέ. Ήρθα να σου πω ότι εδώ και λίγες μέρες έχασα τον πατέρα μου. Εντελώς ξαφνικά έφυγε απ’ τη ζωή. Θα απορείς βέβαια γιατί στο λέω, έτσι; Ξέρω ότι δεν μπορείς να με βοηθήσεις ιδιαίτερα. Ή μάλλον ξέρω ότι ο τρόπος που θα προσφερθείς να με βοηθήσεις είναι για μένα ανεπαρκής. Δεν έχω αναπτύξει δευτερογενή κατάθλιψη. Περνάω εντελώς φυσιολογικά τα τέσσερα στάδια του πένθους κατά Bowlby. Τώρα νομίζω είμαι κάπου μεταξύ του τρίτου και του τέταρτου. Τα θυμάσαι τα στάδια κατά Bowlby από την ιατρική σχολή γιατρέ; Γιατί δεν μιλάς;». Υψώνει τον τόνο της φωνής του και φωνάζει: «Γιατρέ! Ξύπνα!». Επαναλαμβάνει σχεδόν εκνευρισμένος πλέον: «Ξύπνα επιτέλους!».

Γιατί δεν μιλάω όντως; Και γιατί τα χρώματα στους τοίχους αρχίζουν να αλλάζουν; Τί μου συμβαίνει και δεν μπορώ καν να κουνηθώ; Κάποιας μορφής επιληπτική κρίση... Αυτό πρέπει να είναι! Ή μήπως απλά τρελλαίνομαι; Παλέυω να κουνηθώ! Ο νεαρός σηκώνεται από την καρέκλα και περπατώντας μέσα στο γραφείο μουρμουρίζει σχεδόν μόνος του. «Πρώτο στάδιο πένθους: Συναισθηματικό μούδιασμα ή διαμαρτυρία. Οδύνη, θυμός, σοκ. Αυτό το πέρασα ήδη γιατρέ. Διήρκησε 2 μέρες. Μετά έπρεπε να συνέλθω!» Δεν με κοίταζε πλέον καν. Μονολογούσε. Τί θέλει αυτός ο νεαρός εδώ; Γιατί μου κάνει διάλεξη; «Στάδιο δεύτερο! Λαχτάρα και αναζήτηση του χαμένου προσώπου. Χαρακτηρίζεται από επίμονη ενασχόληση με το χαμένο πρόσωπο, κλάμα και θυμό.» Πού τα γνωρίζει άραγε όλα αυτά; «Τρίτο! Αποδιοργάνωση και απελπισία. Ανησυχία και απώλεια στόχων. Απόσυρση, εσωστρέφεια και ευερεθιστότητα.» Νοιώθω ότι ιδρώνω. «Και τέλος τέταρτο! Η πολυπόθητη αναδιοργάνωση. Νέα πρότυπα συμπεριφοράς εγκαθιστόνται. Το πένθος υποχωρεί και την θέση του παίρνουν οι αναμνήσεις...».

Έχω πλέον παραδοθεί... Παραιτούμαι απ’ οποιαδήποτε προσπάθεια να αντιδράσω. Ο νεαρός άνδρας κάθεται και πάλι απέναντι μου και μου λέει με υποτιμητικό –σχεδόν ειρωνικό- ύφος: «Τι θα μου πεις όμως κι εσύ; Διάβασα παλιότερα ένα άρθρο σου που μιλούσε για το πένθος. Πως την είχες πει εκείνη τη βλακεία... Α ναι! Ότι ο θάνατος είναι αυτό που έρχεται και κάνει όλους όσους μένουν πίσω λίγο πιο σοφούς; Αυτό δεν ήταν;» Που το θυμήθηκε τώρα αυτό; Ποιος είναι επιτέλους; «Ξύπνα γιατρέ! Οι φιλοσοφίες αυτές ξέρεις δεν βοηθάνε και πολύ σε περίπτωση που δεν το έχεις ήδη καταλάβει! Γιατί δεν έγραψες καμιά ρεαλιστική συμβουλή, μπας και βοηθήσεις και στην πραγματικότητα κάποιον που υποφέρει, πέρα από την κατακαημένη ματαιοδοξία σου;» Δεν γίνεται να το ζω αυτό. Τρελλαίνομαι.

«Πες για παράδειγμα ότι αυτός που πενθεί πρέπει να ενθαρρύνεται να εξωτερικεύει τα συναισθήματά του! Να μιλήσει για τα αγαπημένα του πρόσωπα και να θυμηθεί ευχάριστες αναμνήσεις! Να κλάψει ελεύθερα, ή και να θυμώσει. Βλέπεις γιατρέ πόσο θυμωμένος είμαι τώρα; Βλέπεις;». Το αρχικά γαλήνιο πρόσωπο του νεαρού είχε γίνει πλέον τερατώδες. Μου παρέδιδε διάλεξη ψυχιατρικής με ύφος αρχηγού δικτατορικού καθεστώτος. Είχα παραδωθεί... Το προσωπό του είχε γίνει ολοκόκκινο, τρομακτικά κόκκινο. Συνέχισε ουρλιάζοντας πλέον. «Γιατί δεν είπες ότι τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα σε φυσιολογικό πένθος απαγορεύονται; Όπως και τα αγχολυτικά χάπια επίσης! Η κρίση αυτή ξεπερνιέται με το να είναι ξύπνιος κάποιος και να επεξεργάζεται τα συναισθήματά του. Να περνάει τα τέσσερα στάδια γιατρέ, τα θυμάσαι τα τέσσερα στάδια; Και να μιλάει για αυτό που πέρασε γιατρέ, κατάλαβες; Για το ότι είναι τρομαγμένος μέχρι το κόκκαλο. Και θυμωμένος επίσης, κατάλαβες;».

Είχα αρχίσει να φοβάμαι πλέον υπερβολικά. Έτρεμα ολόκληρος. Μα γιατί δεν έρχεται κανείς μέσα να με βοηθήσει; Δεν ακούνε τις φωνές; Κοιτάζω έξω απ’ το παράθυρο. Όλη η ομάδα ηλικιωμένων που πήγαινε εκδρομή στεκόταν τώρα έξω απ’ το γραφείο μου. Παρακολουθούσαν την παράσταση που έδινε ο νεαρός «ασθενής» μου και πλέον χειροκροτούσαν φωνάζοντας επιδοκιμαστικά. Θέλω να ουρλιάξω και δεν βγαίνει φωνή. «Ξύπνα γιατρέεεε!» ουρλιάζει ο νεαρός και πάλι. Αρχίζει να αιωρείται και δεκάδες έντομα βγαίνουν απ’ το στόμα και τα αυτιά του. Η μουσική στην κλινική δυναμώνει. Οι Pink Floyd εναλλάσονται με παιδικά νανουρίσματα...

Ξύπνησα καταϊδρωμένος... Ένοιωθα πτώμα απ’ την κούραση λες και εργαζόμουν τρεις μέρες χωρίς διακοπή. Συνειδητοποίησα ότι το όνειρο αυτό αν μου το περιέγραφε ασθενής θα το θεωρούσα πιθανότατα σημάδι ψυχοπαθολογίας. Χαμογέλασα κάπως πικρά... Πώς θα πάω τώρα στη δουλειά με τέτοια διάθεση;

Τρίτη, Απρίλιος 17, 2007

Ανώνυμοι Αλκοολικοί: Θεραπεία ή παραθρησκευτική οργάνωση;


Ανώνυμοι Αλκοολικοί: Διεθνής οργάνωση που έχει ώς σκοπό τη θεραπεία των αλκοολικών. Ιδρυθηκε το 1935 και από τότε, λειτουργώντας με βάση πάντα τις ίδιες θεραπευτικές αρχές (τα διάσημα «12 βήματα»), φιλοξένησε αμέτρητα μέλη. Λειτουργεί υπό την μορφή τοπικών θεραπευτικών ομάδων. Μόνο στην Αμερική υπάρχουν 99000 ομάδες υποστήριξης. Παγκοσμίως περισσότερα από δύο εκατομύρια μέλη.

O Ρομπερτ εξωτερικά έμοιαζε με τον άνδρα που θα μπορούσε να κάθεται δίπλα σου στο λεωφορείο. Θα μπορούσε με ευκολία να ήταν ο υπάλληλος στη τράπεζά σου, ο πωλητής στο κατάστημα με τα ηλεκτρονικά είδη ή ακόμη και ο δάσκαλος των παιδιών σου. Κατ’ ακρίβεια κάτι παρόμοιο ήταν ο Ρόμπερτ. Αναπληρωτής καθηγητής στην έδρα της ανθρωπολογίας εδώ και οκτώ χρόνια, σε ένα από τα πιο φημισμένα πανεπιστήμια στον κόσμο. Καταξιωμένος και σε υψηλή εκτίμηση από όλους στον κλάδο του, εντός και εκτός Σουηδίας. Ελάχιστοι όμως γνώριζαν για το τεράστιο πρόβλημα που αντιμετώπιζε εδώ και τρία χρόνια με το αλκοόλ...

Όταν κάθισε απέναντί μου φορούσε ένα ελαφρώς τσαλακωμένο πουλόβερ ανοικτού καφέ χρώματος, ενώ απο μέσα διακρινόταν μία αρκετά κομψή γραβάτα. Περιποιημένος γενικά, αφήνοντας όμως μιά ελαφριά εντύπωση ότι έδειχνε μεγαλύτερος απ’ ότι ήταν στην πραγματικότητα και κάπως ταλαιπωρημένος, μου περιέγραψε με λεπτομέρεια το πρόβλημά του. Έπινε συστηματικά εδώ και τρία χρόνια με πολύ μικρά διαστήματα, κυρίως μπύρα και κρασί. Στην αρχή δεν το θεωρούσε –ή δεν το παραδεχόταν- ότι ήταν μεγάλο πρόβλημα. Αλλά τους τελευταίους μήνες το ένοιωθε ότι το σώμα του αντιδρούσε. Όποτε δεν έπινε για μία ή δύο μέρες εμφάνιζε στερητικά συμπτώματα. Η πίεση του ανέβαινε, η καρδιά του κτυπούσε σαν τρελή και έτρεμε ολόκληρος. Μια φορα μάλιστα πρόσφατα εμφάνισε επιληπτικούς σπασμούς και κατέληξε στα επείγοντα της παθολογικής κλινικής. Κάποιος συνάδελφος του στο πανεπιστήμιο που ψυλιάστηκε το πρόβλημα του πρότεινε να δοκιμάσει τους Ανώνυμους Αλκοολικούς για να πάρει βοήθεια. Είχε και ο ίδιος λέει περάσει επιτυχώς από εκεί και τώρα συμμετέχει ενεργά ως «σπόνσορας».

«Έχω ακούσει για την οργάνωση αυτή γιατρέ. Όλοι έχουμε ακούσει. Εγώ όμως γνωρίζω ότι είναι μία μπούρδα…» Μπήκε κατευθείαν στο θέμα που ήθελε να θίξει κοιτάζοντας με όσο πιο βαθιά στα μάτια μπορούσε. Επιβλητικός. Αν ήμασταν σε κοινωνική συζήτηση εκτός νοσοκομείου θα του έσφιγγα πιθανότατα το χέρι και θα του έλεγα πόσο πολύ συμφωνώ μαζί του. Υπό τον ρόλο του γιατρού όμως τον ρώτησα γιατί το υποστηρίζει αυτό. Η απάντηση ήταν η αναμενόμενη που περίμενα από ένα μορφωμένο άνθρωπο που γνώριζε περι τίνος πρόκειται η οργάνωση των Α.Α. «Δεν μπορεί σ’ εμένα να λειτουργήσει μια υποτιθέμενη θεραπεία που στηρίζεται σε κάτι που εξ αρχής με υποτιμά σαν άτομο. Γνωρίζεις βέβαια ότι μέσα από τα δώδεκα βήματα που αποτελούν την βάση της –ας την πούμε- θεραπείας που προτείνει, ο συμμετέχον πρέπει να αποδεχτει την αδυναμία του να θεραπευτεί από δική του πρωτοβουλία και να αφεθεί πλήρως στην ανώτερη δύναμη που θα τον οδηγήσει στη σωτηρία. Δηλαδή τον Θεό…».

Κουνούσα το κεφάλι και άκουγα με ενδιαφέρον αυτά που έλεγε. Ήταν χαρισματικός ομιλητής ακόμη και τώρα που ήταν σαφώς επηρεασμένος από τις καταστροφικές συνέπειες του αλκοόλ. Δεν τον διέκοψα ούτε στιγμή. «Τί θα μου πει εμένα γιατρέ αυτός που υποστηρίζει τα πιο πάνω; Και τί θα περιμένει από μένα; Να ασπαστώ την αδυναμία της προσωπικότητάς μου, όταν εγώ είμαι που υποστηρίζω με τόσο σθένος τη ιερή δύναμη της ελεύθερης επιλογής και της βούλησης; Ή να αποθέσω όλη μου την ύπαρξη στα χέρια ενός υπερδύναμου όντος και να περιμένω να με λυτρώσει, όταν γνωρίζω και υποστηρίζω με όλο μου το είναι ότι το όλο θέμα του Θεού είναι ένα εξελικτικό ας πούμε τέχνασμα της ανθρωπότητας που έστω και σαν μαζική ψευδαίσθηση υποβοήθησε στην επιβίωση και ανάπτυξη του είδους μας; Πόσο υποκριτής θα ήμουν τότε απεναντί τους, έτσι; Και πόσο μάλλον απέναντι στις ίδιες τις ιδέες μου!».

Δεν μπορούσα παρά να συμφωνήσω. Δεν του είπα ούτε λέξη βέβαια εκείνη τη στιγμή αλλά ήδη γνώριζα τον τρόπο λειτουργίας των Α.Α. Και είχα μάλιστα σκεφτεί κάποτε ότι το σύστημα που χρησιμοποιούν αντικαθιστά την μία εξάρτηση (από το αλκοόλ) με μία άλλη (αυτή της ομάδας υποστήριξης ή ακόμη και του Θεού). Λιγότερο επιβλαβής ίσως σωματικά εξάρτηση αλλά σημαντικότατη σε κοινωνικό ή αν θέλετε και σε ηθικό επίπεδο. Και μειωτική κατά την άποψή μου ως προς την προσωπικότητα αυτών που συμμετέχουν πού πρέπει να υιοθετήσουν την αντίληψη ότι είναι άβουλα όντα χωρίς ικανότητα να επηρεάζουν και να καθορίζουν την ίδια τους τη ζωή. Εκτός αυτού ποτέ δεν κατάφερα να βρω κάποια δημοσιευμένη εργασία που να παρουσιάζει μακροχρόνια αποτελέσματα σε εξαρτημένα άτομα που έλαβαν τέτοιου είδους βοήθεια… Μην πω και για τις τρομακτικές ιστορίες που άκουσα από ασθενείς που προσπαθούσαν να αποχωρήσουν από τις ομάδες υποστήριξης και δεν τα κατάφερναν λόγω της αποπνικτικής ψυχολογικής πίεσης την οποία δέχονταν.

Αποφάσισα απρόθυμα να διατηρήσω την εικόνα του «ουδέτερου» γιατρού και είπα: «Καταλαβαίνω τις ενστάσεις σου για το θέμα και για να είμαι ειλικρινής εγώ δεν θα πρότεινα ποτέ αυτού του είδους την θεραπεία. Αυτό που μπορώ εγώ να προσφέρω σήμερα είναι μια φαρμακευτική αντιμετώπιση των σωματικών επιπτώσεων που προκάλεσε το αλκοόλ στο σώμα σου, καθώς και μία ενημέρωση για το τί φάρμακα μπορεί να χρησιμοποιήσει η ψυχιατρική για να σε βοηθήσει να σταματήσεις – απο μόνος σου και χωρίς τη βοήθεια του Θεού αν δεν την επιθυμείς- την κατανάλωση αλκοόλ.» Χαμογέλασα και συνέχισα: «Ταυτόχρονα μπορείς να έχεις μία συχνή επαφή με κάποιον ψυχοθεραπευτή για θεραπεία υποστήριξης και αν χρειαστεί γνωσιακή συμπεριφορική ψυχοθεραπεία. Όταν θα έχεις σταματήσει το αλκοόλ θα ξανασυναντηθούμε. Θα ψάξουμε να βρούμε τους λόγους που σε οδήγησαν εξ’ αρχής στη κατάχρηση αλκοόλ. Να δούμε αν υπάρχει σαν αιτία κάποια υποβόσκουσα κατάθλιψη ή αγχώδης διαταραχή και φυσικά να την αντιμετωπίσουμε…»

Συνειδητοποίησα ότι ο Ρόμπερτ με κοίταζε σχεδόν χαμογελώντας. Ένοιωσα ευτυχής βλέποντας ότι αυτά που έλεγα ανταποκρίνονταν σε αυτά που ο άνθρωπος αυτός ήθελε να ακούσει. Κάποιες συγκεκριμένες, πραγματιστικές επιλογές θεραπείας και ένα ρεαλιστικό θεραπευτικό σχέδιο που άρχιζε να λαμβάνει χώρα εδώ και τώρα. Όταν τον ξαναείδα μετά από δύο μήνες, έχοντας ήδη βάλει σε εφαρμογή το θεραπευτικό μας σχήμα, ήταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση. Δεν είχε πιει καθόλου και είχε βάλει και κάποια κιλά. Μόλις με είδε μου χαμογέλασε, μου έσφιξε το χέρι και μου είπε με νόημα: «Δόξα τω θεώ γιατρέ είμαι καλύτερα!». Ακόμη αναρωτιέμαι αν μου έκανε κάποιο είδος έξυπνου «υπόγειου» χιούμορ ή όχι…